Τραχηλίτιδα

χλαμύδια θεραπεύονται με τετρακυκλίνη ή ερυθρομυκίνη. Ο αιμόφιλος του κόλπου ή Gardnerella vaginalis θεραπεύεται με τετρακυκλίνη ή αμπικελλίνη.
2. Χρόνια τραχηλίτιδα: Η θεραπεία της μπορεί να είναι συντηρητική ή επεμβατική. Η χρόνια τραχηλίτιδα θα πρέπει να θεραπεύεται ακόμα και αν είναι ασυμπτωματική.
* Συντηρητική αντιμετώπιση: Θα πρέπει να συστήνονται καλλιέργεια και αντιβιόγραμμα σε κάθε περίπτωση που υπάρχει χρόνια πυώδης έκκριση από τον τράχηλο. Συνήθως, προτιμάται η χορήγηση αντιβιοτικών από το στόμα και όχι η τοπική εφαρμογή φαρμάκων στον κόλπο, διότι οι εν τω βάθει φλεγμονές του ενδοτραχήλου δεν αντιμετωπίζονται επαρκώς με τοπική θεραπεία. Εάν έπειτα από προσπάθεια δύο, τριών μηνών δεν υπάρξει βελτίωση, συνίσταται χειρουργική θεραπεία. Αρκετές φορές, οι γυναίκες χρησιμοποιούν από μόνες τους κολπικά υπόθετα Betadine ή κάνουν κολπικές πλύσεις με Betadine. Όμως με αυτό τον τρόπο καταστρέφεται η ισορροπία των μικροοργανισμών στον κόλπο και αναπτύσσονται χημικές κολπίτιδες. Επομένως, η τοπική χρήση του Betadine θα πρέπει να γίνεται μόνο ύστερα από υπόδειξη του θεράποντος γιατρού.
* Χειρουργική αντιμετώπιση: Παλαιότερα χρησιμοποιούνταν αρκετά συχνά η ηλεκτροκαυτηρίαση. Είναι μια πολύ αποτελεσματική μέθοδος, η οποία, ωστόσο, θα πρέπει να αποφεύγεται στην οξεία φάση της φλεγμονής ή πριν από την περίοδο, διότι υπάρχει κίνδυνος πρόκλησης ανιούσας φλεγμονής (δηλαδή να προχωρήσει η φλεγμονή προς το εσωτερικό τμήμα του οργάνου, τον ενδοτράχηλο) ή να διασπαρθεί προς τα παραμήτρια και να αναπτυχθεί οξεία πυελοπεριτονίτις. Ακόμα παλαιότερα χρησιμοποιούνταν καυστικά διαλύματα (π.χ., νιτρικού αργύρου, Νegatol) με καλά αποτελέσματα. Η κρυοπηξία χρησιμοποιείται πολύ συχνά ακόμα και σήμερα. Με τη μέθοδο αυτήν καταστρέφεται η περιοχή του ιστού που παρουσιάζει φλεγμονή. Η μέθοδος έχει αρκετά πλεονεκτήματα, όπως εύκολη εφαρμογή, έλλειψη αιμορραγίας, αποφυγή τραχηλικής στένωσης, πολύ καλή ανοχή από την ασθενή και δεν χρειάζεται αναισθησία. Το μόνο μειονέκτημα είναι η υπερπαραγωγή τραχηλικής βλέννας για δύο με τρεις εβδομάδες. Πλήρης ίαση επιτυγχάνεται ύστερα από έξι εβδομάδες περίπου. Σε περίπτωση που υπάρχουν επανειλημμένα υποτροπιάζουσες τραχηλίτιδες θα πρέπει να γίνεται κολποσκοπική εκτίμηση του τραχήλου της μήτρας και του κόλπου.
Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η ηλεκτροκαυτηρίαση και η κρυοπηξία θα πρέπει να εφαρμόζονται μόνο εφόσον είμαστε σίγουροι ότι δεν υποκρύπτεται κάποια κακοήθεια στον τράχηλο. Σε περίπτωση που υπάρχει υποψία για πιθανή κακοήθεια, κάθε καθυστέρηση μπορεί να οδηγήσει σε τραγικά αποτελέσματα, καθώς χάνεται πολύτιμο χρονικό διάστημα για τη διάγνωση της νόσου και επιταχύνεται η εξάπλωσή της.
Σε περίπτωση αποτυχίας των ανωτέρω αναφερόμενων μεθόδων, είναι δυνατόν να καταφύγει κανείς σε κωνοειδή εκτομή του τραχήλου της μήτρας ή σε ακρωτηριασμό. Σήμερα, οι μέθοδοι αυτοί δεν χρησιμοποιούνται συχνά και έχουν αντικατασταθεί από τα laser. Σε εξειδικευμένα κέντρα και στα χέρια καλά καταρτισμένων γιατρών, τα laser είναι πολύτιμο εργαλείο αντιμετώπισης των φλεγμονών του τραχήλου της μήτρας, ειδικά όταν αποτυγχάνουν οι άλλες μέθοδοι. Τα μειονεκτήματά τους είναι ότι κοστίζουν και ότι απαιτείται να χρησιμοποιούνται από καλά εκπαιδευμένους ιατρούς. Το τελευταίο ίσως είναι ταυτόχρονα και το σημαντικότερο πλεονέκτημά τους. Επιπλοκές όπως οι αιμορραγίες, οι ουλές, οι συμφύσεις και οι στενώσεις του τραχήλου δεν παρατηρούνται, όταν τηρούνται οι ανωτέρω αναγραφόμενες προϋποθέσεις.